top of page
Αναζήτηση
  • Aggelos Kravaritis

Ο πρώτος δίσκος των The Doors κυκλοφόρησε σαν σήμερα το 1967


Ήταν ένας εντελώς καινούριος ήχος. Ένα μείγμα από ποίηση και εφιαλτικά όνειρα, περασμένο μέσα από το blues και το rock’n’roll

To σημερινό Musical Snapshot, το πρώτο για το 2023 έχει μια ιδιαίτερη σημασία για μένα, καθώς αναφέρεται στον πρώτο δίσκο των The Doors που κυκλοφόρησε σαν σήμερα το 1967.

Οι The Doors αποτελούν μία από τις μεγάλες μου αγάπες στη μουσική και η προέκταση αυτής της αγάπης είναι και η δημιουργία των Moonlight Overdrive. Μιας μπάντας που δημιουργήσαμε με τον πολύ καλό μου φίλο Γιώργο Λαγογιάννη, με σκοπό να παίζουμε στις συναυλίες μας αποκλειστικά κομμάτια των The Doors. Οι Moonlight Overdrive αποτελούνται από εμένα στην κιθάρα, τον Γιώργο Λαγογιάννη στα πλήκτρα και τη φωνή και τους Αλέξη Σταυρόπουλο/Στέλιο Πασχάλη στα ντραμς.


Το 1967 ήταν η χρονιά του ψυχεδελικού ροκ. Δίσκοι όπως το “Surrealistic Pillow” των Jefferson Airplane, το “Disraeli Gears” των Cream και το “The Velvet Underground & Nico” κυριάρχησαν στο σάουντρακ του “Summer of love”. Και όλα ξεκίνησαν με τον ομώνυμο, πρώτο δίσκο των Doors που κυκλοφόρησε στις 4 Ιανουαρίου του 1967. Ήταν ένας εντελώς καινούριος ήχος. Ένα μείγμα από ποίηση και εφιαλτικά όνειρα, περασμένο μέσα από το blues και το rock’n’roll. Το συγκρότημα πήρε το όνομά του από το βιβλίο του Aldous Huxley “The Doors Of Perception”, που περιγράφει τις εμπειρίες του συγγραφέα με τη μεσκαλίνη. Πράγματι, η μουσική των Doors μοιάζει να μπορεί να μας μεταφέρει στον κόσμο των παραισθήσεων.

Το άλμπουμ ήταν πρωτοποριακό και ξεχώριζε ακόμα και μέσα στη χιονοστιβάδα από μνημειώδεις δίσκους που βγήκαν εκείνη τη χρονιά, ίσως τη σημαντικότερη στην ιστορία του ροκ. Παρόλα αυτά η ηχογράφηση έγινε με «πρωτόγονα» μέσα, ενώ τα περισσότερα στούντιο ήταν πια εξοπλισμένα με τα καινούρια οκτακάναλα μαγνητόφωνα, ο παραγωγός Paul Rothchild και ο ηχολήπτης Bruce Botnick ηχογράφησαν το “The Doors” στο στούντιο “Sunset Sound” σε τέσσερα κανάλια, και η όλη διαδικασία μαζί με τη μείξη πήρε μόνο έξι ημέρες. Τα περισσότερα τραγούδια παίχτηκαν live από όλη τη μπάντα, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια αυθόρμητη διάδραση σε αυτοσχεδιαστικά μέρη που συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στον ήχο του δίσκου.


Στο κέντρο κάθε συζήτησης γύρω από τους Doors θα βρίσκεται αναπόφευκτα ο Jim Morrison, ο ιδιοφυής ποιητής που παίζει τον ρόλο του σαμάνου σε αυτό το ταξίδι, ένας frontman που ξεκίνησε να τραγουδάει μόλις το 1966, αλλά μέσα σε ένα χρόνο εξελίχθηκε από έναν ντροπαλό και χωρίς αυτοπεποίθηση τύπο που τραγουδούσε με γυρισμένη την πλάτη στο κοινό στον “Lizard King”, που ενσάρκωσε την ουσία της ροκ φιλοσοφίας μέχρι τον θάνατό του μόλις τέσσερα χρόνια μετά, στα 27 του χρόνια. Όμως οι άλλοι τρεις Doors, ο Robbie Krieger στην κιθάρα, o Ray Manzarek στο organ και το keyboard μπάσο, και ο John Densmore στα ντραμς αποτέλεσαν ένα τεράστιο μέρος του ήχου του συγκροτήματος, κουβαλώντας ο καθένας πολλές και διαφορετικές επιρροές και παντρεύοντάς τες με μοναδικό τρόπο, βγαίνοντας μπροστά και παίζοντας εξαιρετική μουσική όπου χρειαζόταν, αλλά και δείχνοντας αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση όταν λειτουργούσαν σαν ένας μουσικός καμβάς, όπου ο Morrison μπορούσε να ζωγραφίσει τις ποιητικές εικόνες του. Η απόφαση του συγκροτήματος να αναλάβει και τον ρόλο του μπασίστα ο Manzarek με το αριστερό του χέρι στο Fender Rhodes Piano Bass έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ιδιαίτερου ήχου τους.

Ο δίσκος ξεκινά ιδανικά με το εκρηκτικό “Break On Through (To The Other Side), που έγινε και το πρώτο single. Αποτελεί την τέλεια εισαγωγή στον σκοτεινό κόσμο των Doors και παρά το κόψιμο από τη λογοκρισία της εποχής ενός σημαντικού μέρους των στίχων (κάτι που συνέβη επίσης και στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου), το κομμάτι ακούγεται τόσο ολοκληρωμένο που όταν επανακυκλοφόρησε το 1999, όπου ακούγεται η λέξη “high” όπως ηχογραφήθηκε, μάλλον ξένισε τους ακροατές. Ακολουθούν πέντε κομμάτια που το καθένα μπορεί να θεωρηθεί κλασικό.


To “Soul Kitchen”, το organ και μπάσο του οποίου αποτέλεσαν και τη βάση για το επικό “When The Music’s Over” από τον επόμενο δίσκο του γκρουπ και το ονειρικό “The Crystal Ship”. Το “Twentieth Century Fox” είναι το πρώτο “ανάλαφρο” pop τραγούδι του δίσκου, ενώ το “Alabama Song” που ακολουθεί, ένα τραγούδι του Μπέρτολτ Μπρεχτ και του Κουρτ Βάιλ από την “Όπερα της Πεντάρας” μας θυμίζει πως δεν πρόκειται για έναν τυπικό ποπ δίσκο. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το “Light My Fire”, που έγινε και το πρώτο Νο.1 του συγκροτήματος και θεωρείται ένα από τα πιο κλασικά κομμάτια των 60s.


Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ανοίγει με μια εκρηκτική διασκευή στο “Back Door Man” του Willie Dixon, παιγμένο με τόση ένταση που θυμίζει τις blues διασκευές των Led Zeppelin. Το “I Looked At You” είναι ίσως το πιο “εύπεπτο” και παιδικό τραγούδι του συγκροτήματος, σίγουρα επηρεασμένο από τραγούδια όπως το “N.S.U.” των Cream. Ακολουθεί το “υπνωτικό” “End Of The Night”, ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψαν οι Doors το 1965, με τον Morrison να παίρνει τον τίτλο και τον βασικό στίχο από το ποίημα του William Blake “Auguries Of Innocence”. Στη συνέχεια το “Take It As It Comes” παίζει με το γνωστό θέμα του “Όλα τα πράγματα έχουν το χρόνο τους”, εμπνευσμένο από το “Turn, Turn, Turn” των Byrds.


Με την εξαίρεση του “End Of The Night” η δεύτερη πλευρά μοιάζει μέχρι τώρα σαν να έχει χάσει μερική από τη σκοτεινή αύρα του αλλά το τελευταίο κομμάτι “The End” έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία. Το δωδεκάλεπτο αυτό έπος στέλνει τον ακροατή κατευθείαν μέσα στη μαύρη τρύπα του εφιαλτικού οράματος του Morrison. Πρόκειται για ένα από τα πιο δυνατά και επιδραστικά κομμάτια που έχουν ηχογραφηθεί. Ένα ταξίδι μυσταγωγίας, που μας μεταφέρει σε ερημικούς, αρχαίους και ονειρικούς κόσμους με αποσπασματική ποίηση του Morrison και συναρπαστική μουσική υπόκρουση από το συγκρότημα, που σε απόλυτη σχέση με τις δυναμικές των στίχων, δημιουργεί ένα αυτοσχεδιαστικό αριστούργημα που δείχνει τους Doors στο απόγειο της τέχνης τους. Οι αναφορές του Morrison στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα και οι σχετικοί στίχοι ήταν το στοιχείο που ταυτόχρονα έκανε το club που παίζανε να τους απολύσει, και τη δισκογραφική Elektra να τους υπογράψει. Το κομμάτι είναι παιγμένο εντελώς ζωντανά στο στούντιο χωρίς καθόλου overdubs και προσθήκες, γι’ αυτό και είναι τόσο άμεσο. Μουσικά και καλλιτεχνικά το “The End” χαίρει άκρας εκτίμησης και στη δημοτικότητά του βοήθησε το γεγονός πως ο Φράνσις Φορντ Κόπολα το χρησιμοποίησε ως soundtrack σε μία από τις αξέχαστες σκηνές της ταινίας “Apocalypse Now”.


Το άλμπουμ κέρδισε γρήγορα το κοινό και έφτασε πολύ κοντά στην κορυφή των charts. Η μουσική των Doors έχει εμπνεύσει αμέτρητους καλλιτέχνες και έχει αγαπηθεί από εκατομμύρια κόσμου, με κάθε νέα γενιά να την ανακαλύπτει εκ νέου. Ο μοναδικός ήχος που δημιούργησε το συγκρότημα έκανε τον πρώτο αυτό τους δίσκο να είναι επιδραστικός μέχρι σήμερα.



40 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

Saturday Night Fever

bottom of page