Αναζήτηση
  • Aggelos Kravaritis

Το “White Album” των Beatles, ένα σημείο αναφοράς στην αισθητική της pop rock μουσικής!



Με τα πολλά και ετερόκλητα κομμάτια του να συνδέονται όπως σε ένα μυθιστόρημα ή έναν πίνακα ζωγραφικής, το “White Album” αντικαθιστά την ψυχεδέλεια με ένα πιο εγκεφαλικό σύνολο αισθητικών πλαισίων, αγκαλιάζοντας το avant-garde!


Το “The Beatles”, ή όπως έγινε γνωστό το “White album”, που κυκλοφόρησε στις 22 Νοεμβρίου του 1968, είναι ένας από τους σημαντικότερους δίσκους που γράφτηκαν ποτέ, όχι μόνο λόγω της μουσικής και των καινοτομιών που περιέχει, αλλά και λόγω της θέσης του στην κορυφή της καριέρας των Beatles, και του ρόλου του ως σημείο αναφοράς στην αισθητική σχεδόν όλων των ποπ και ροκ ηχογραφήσεων από τότε.


H εποχή της ψυχεδέλειας, και η επιδραστικότατη συμμετοχή των Beatles σ’αυτήν είχε φτάσει στο απόγειό της με την κυκλοφορία του ιστορικού άλμπουμ “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band”, του οποίου τα σουρεαλιστικά κομμάτια είχαν μαγέψει τον κόσμο και κατά πολλούς ενέπνευσαν το «Καλοκαίρι της αγάπης» το 1967. Ο μάνατζερ των Beatles, ο Brian Epstein είχε πεθάνει αναπάντεχα τον Αύγουστο του 1967. Χωρίς αυτόν, και απαλλαγμένοι από τις πιέσεις των περιοδειών (είχαν σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις από το 1966), οι Beatles ήταν πιο ελεύθεροι από ποτέ. Η ενός μηνός διαμονή τους στην Ινδία, στην κοινοβιακή κοινότητα του Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι, μια ιδέα του George Harrison, ήταν μια προσπάθεια επανεκκίνησης και επιτάχυνε τη διαδικασία αποδόμησης που θα οδηγούσε στο πιο φιλόδοξο μουσικό τους εγχείρημα. Στο Rishikesh έγραψαν σχεδόν όλα τα τραγούδια του “White Album”, αλλά και πολλά που τελικά βρήκαν τη θέση τους στο “Let It Be”, το “Abbey Road” και το “All Things Must Pass” του Harrison. Επιπροσθέτως η παρέα με τον Donovan άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά τους στις δυνατότητες της ακουστικής κιθάρας και του παιξίματος με τα δάχτυλα, που χρησιμοποίησαν σε πολλά τραγούδια από τότε. Όταν τελικά βαρέθηκαν τον διαλογισμό και απογοητεύτηκαν από το Μαχαρίσι (όπως με πίκρα εξιστόρησε ο John Lennon στο τραγούδι αφού τον μετονόμασε σε “Sexy Sadie”), δεν τους είχε απομείνει πια καμία πατρική φιγούρα. Η μετατροπή τους από ένα συγκρότημα συναυλιών σε ένα συγκρότημα στούντιο, με την ατομική εξέλιξη που αυτή επέτρεπε και ενθάρρυνε, τώρα έφτασε στην αποκορύφωσή της και γέννησε μια καθαρή και ωμή θεώρηση ενός επικίνδυνου, χαοτικού κόσμου.

Με τα πολλά και ετερόκλητα κομμάτια του να συνδέονται όπως σε ένα μυθιστόρημα ή έναν πίνακα ζωγραφικής, το “White Album” αντικαθιστά την ψυχεδέλεια με ένα πιο εγκεφαλικό σύνολο αισθητικών πλαισίων, αγκαλιάζοντας το avant-garde. Ο Lennon είχε αρχίσει να περνά πολύ χρόνο με την καινούρια του φιλενάδα, την “conceptual” (εννοιολογική) καλλιτέχνιδα Yoko Ono, που ήταν μέρος του κινήματος “Fluxus”, δηλαδή μιας ομάδας καλλιτεχνών που είχε σαν σκοπό «να καθαρίσει τον κόσμο από τη νεκρή τέχνη και να ενώσει τους φορείς της πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής επαναστατικότητας σε ένα ενιαίο μέτωπο δράσης». Το “White Album” είναι μια αναδημιουργία του συγκροτήματος ως μια αφηρημένη οντότητα. Με το να βάλουν τριάντα καινούρια τραγούδια σε δύο δίσκους με ένα σκέτο άσπρο εξώφυλλο που γράφει μόνο “The Beatles”, το συγκρότημα μας ζητά να ξεχάσουμε ό,τι γνωρίζαμε για τη μέχρι τώρα εξέλιξή τους.Η μοναδική τους ικανότητα να δημιουργούν ορχήστρες, χορωδίες και ηχητικά εφέ από το τίποτα προσδίδει στα κομμάτια μια ονειρική λογική. Η συνύπαρξη τάξης και αταξίας, του κοφτερού και του απαλού, του μαγευτικού και του κοινότοπου, του σχολαστικά ενορχηστρωμένου και του απρόσεκτα κακοπαιγμένου, δίνει την αίσθηση ενός κόσμου που οδεύει σε καταστάσεις που δεν επιδέχονται λογικής εξήγησης. Η μουσική μοιάζει να είναι ποτισμένη με τον πανικό και τη βία του 1968.Υπάρχει ομορφιά, τρόμος, έκπληξη, χάος και τάξη.

Ο δίσκος ξεκινά με το “Back In The U.S.S.R.”, που μπορεί να άρχισε σαν αστείο, αλλά το 2003, όταν ο Paul McCartney το έπαιξε ζωντανά στην Κόκκινη Πλατεία μπροστά σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους, η πραγματικότητα είχε πια φτάσει τη μουσική. Καθώς χαμηλώνει σε ένταση, μπαίνουν σιγά-σιγά οι ευαίσθητοι αρπισμοί της ακουστικής κιθάρας, εμπνευσμένοι από τη βουκολική γαλήνη της Ινδίας, και τότε αρχίζει και διαφαίνεται το πόσο μεγάλο κι φιλόδοξο είναι αυτό που θα ακολουθήσει. Ο πρώτος δίσκος περιέχει τραγούδια γεμάτα ρεαλιστική αθωότητα που προετοιμάζουν τον ακροατή για το σκοτάδι που έρχεται. Μέσα από πολλές στυλιστικές αλλαγές, που περιλαμβάνουν ένα «παιδικό» χιουμοριστικό τραγούδι (“Obladi-Oblada”), μια ωδή στην αγαπημένη σκυλίτσα του McCartney (“Martha My Dear”) που ο Paul ξεκίνησε σαν μια άσκηση πάνω στο αντιστικτικό πιάνο, την απόρριψη από τον Lennon της ξεπερασμένης μυθολογίας γύρω από το συγκρότημα (“Glass Onion”) και ένα γλυκό τραγούδι για ένα μαύρο πουλί με σπασμένα φτερά, εμπνευσμένο από τις φυλετικές αναταραχές στις Η.Π.Α. με μονάχα τον Paul, την ακουστική κιθάρα του κι έναν μετρονόμο (“Blackbird”). O Lennon παίρνει τη σκυτάλη με δύο τραγούδια ενάντια στη βία των όπλων υιοθετώντας ειρωνικά ένα σλόγκαν της N.R.A (National Rifle Association της Αμερικής), το “Happiness Is A Warm Gun”. H ωμή, οδυνηρή απελπισία που εκφράζει ο Harrison στο “While My Guitar Gently Weeps”, με το σπαρακτικό σόλο του Eric Clapton, ακολουθείται από ένα φαινομενικά χαρούμενο τραγούδι ενάντια στον ζωώδη καπιταλισμό, εμπνευσμένο από τη Φάρμα Των Ζώων του Όργουελ (“Piggies”). Μετά το εκρηκτικό, απλοϊκά μονότονο “Why Don’t We Do It In The Road”, ο πρώτος δίσκος κλείνει με το σπαρακτικό “Julia”, μία αφοπλιστική κατάθεση ψυχής από τον Lennon προς τη νεκρή μητέρα του, με μια συγκλονιστική ακουστική σόλο ερμηνεία.

Ο δεύτερος δίσκος αρχίζει με άλλη διάθεση, με δύο δυνατά rock blues κομμάτια (“Birthday”,Yer Blues”). Μετά την γαλήνια ανάπαυλα του “Mother Nature’s Son”έρχεται το πρώιμο metal του “Helter Skelter”, όπου όπως είπε ο Paul, «Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε το πιο πιο δυνατό και πιο βρώμικο rock’n’roll κομμάτι». Ακολουθεί η αργή πρώτη εκτέλεση του single “Revolution”,το πρώτο καθαρά πολιτικοκοινωνικό κομμάτι των Beatles, με το χαρακτηριστικό στίχο του Lennon “When you talk about destruction don’t you know that you can count me out…..In”. Το ατμοσφαιρικό “Long, Long, Long” του Harrison κλείνει την τρίτη πλευρά με ένα ηχητικό τοπίο από συνηχούσες αρμονικές της κιθάρας. Στη συνέχεια το απατηλά ήρεμο παραμύθι του Lennon “Cry Baby Cry”, που τελειώνει με ένα μικρό άτιτλο μέρος τραγουδιού του Paul, όπου μπερδεμένος ρωτά “Can you take me back where I came from?” Αυτό που ακολουθεί είναι η εγκατάλειψη κάθε έννοιας τάξης, η κάθοδος στο καθαρό χάος. Το “White Album” περνά τα όρια της πραγματικότητας και εισέρχεται στην άβυσσο, με το “Revolution 9”, ένα μοντάζ ήχων εμπνευσμένο από το κίνημα Fluxus, που αρχίζει με τη λουπαρισμένη φωνή ενός ηχολήπτη να τεστάρει το κανάλι 9 (Number 9) και τελειώνει με αυτό που ο Charles Manson περιέγραψε ως «Ήχοι του τέλους του κόσμου». Μόνο όταν ολοκληρώνεται ο εφιάλτης ακούγεται η γλυκιά ερμηνεία του Ringo, μαζί με την ορχήστρα του George Martin, στο νανούρισμα του Lennon, και ο τελικός ψίθυρος “Good night to everybody, everywhere”.

Ήταν τα τριάντα αυτά τραγούδια που έδειξαν με αποφασιστικότητα το δρόμο στους άλλους μουσικούς ώστε να ξεφύγουν από την καθιερωμένη μορφή του LP. Αυτή η πόρτα που άνοιξε εκείνους τους μήνες στα Abbey Road Studios δε θα κλείσει ποτέ. Η αφελώς επιθετική και πειραματική μουσικότητα των Beatles μετέτρεψε το πιο ανομοιογενές και αυθόρμητο εγχείρημά τους σε ένα έργο απρόσμενης τελειότητας.

11 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων